Αμάντιλ

Ο Amandil ήταν ο πατέρας του Elendil του Ψηλού, ο ηγέτης των Πιστών στο Númenor κι ο 18ος και τελευταίος Άρχοντας του Andúnie. Όπως και οι πρόγονοί του, ο Amandil ήταν ο ηγέτης των Πιστών, εκείνων των Ανθρώπων του Númenor που εξακολουθούσαν να αγαπούν τους Valar, σε αντίθεση με τους Βασιλείς. Η ζωή του ως Άρχοντας του Andúnie κι ως ένας από τους Πιστούς, δημιούργησε τους Υψηλούς Βασιλείς της Gondor και της Arnor, οι οποίοι επέζησαν μέσω των Dúnedain της Μέσης-Γης, φτάνοντας μέχρι τον Aragorn II. Μετά την Πτώση του Númenor, ο γιος του Amandil, ο Elendil, ίδρυσε τα Βασίλεια των Númenóreans στην Εξορία. Amandil σημαίνει "Αυτός που αγαπά το Aman" στην Quenya.

 
Όταν ήταν νέος, ο Αμάντιλ ήταν πολύ καλός φίλος του Αρ-Φαραζόν, ο οποίος - ως Βασιλιάς - τον κράτησε στο Συμβούλιό του. Ο
Αμάντιλ κέρδισε επίσης νωρίς την φήμη του ισχυρού ναυτικού, και τιμήθηκε από πολλούς λόγω της μεγάλης αριστοκρατίας του οίκου του. Ωστόσο, αφότου ο Αρ-Φαραζόν έπλευσε στη Μέση-Γη κι έπιασε αιχμάλωτο τον Σάουρον, ο υποτιθέμενος αιχμάλωτος κατάφερε και έφερε σταδιακά τον βασιλιά με το μέρος του. Βλέποντας τη χάρη που δόθηκε στον Σάουρον, όλοι οι Σύμβουλοι του Βασιλιά, εκτός από τον Αμάντιλ, άρχισαν να καλοπιάνουν τον πρώην αιχμάλωτο, ο οποίος άσκησε επιρροή στον Βασιλιά και τους οπαδούς του να αρχίσουν να λατρεύουν τον Μέλκορ. Ο Αμάντιλ αποδεσμεύτηκε από το Συμβούλιο και αποσύρθηκε στη Ρόμεννα, όπου συγκέντρωσε κρυφά όλους τους Πιστούς.

Όρκριστ

Το Orcrist, το ταίρι του Glamdring, ήταν ένα ξίφος που έφτιαξαν τα Ξωτικά της Gondolin, το οποίο έγινε το σπαθί του Thorin II Oakenshield κατά τη διάρκεια της Αποστολής του στο Erebor. Όπως και τα Glamdring και Sting, η λεπίδα του μπορούσε να ανιχνεύσει την παρουσία των Orcs και να προειδοποιήσει τον κάτοχό της λάμπωντας με ένα μπλε φως. Τα Goblins των Ομιχλιασμένων Βουνών το φοβόντουσαν και το ονόμαζαν Biter, Δαγκωτήρι. Το όνομα Orcrist σημαίνει "Τελωνιο-σφάχτης" στην Sindarin.


Δημιουργημένο από τους παλιούς Ξωτικο-μεταλλουργούς, το Όρκριστ είχε μια όμορφη και φανταχτερή θήκη και λαβή με πετράδια. Υπήρχαν ρούνοι πάνω στο σπαθί που έγραφαν το όνομά του. Τα Ξωτικά που το δημιούργησαν, όχι μόνο το έκαναν πολύτιμο όπλο, αλλά και φόβο και τρόμο για τους εχθρούς τους, ιδιαίτερα για τα Ορκς και άλλα κακά όντα. Όπως το Γκλάμντρινγκ και το Κεντρί, η λεπίδα του Όρκριστ μπορούσε να ανιχνεύσει την παρουσία των Ορκς και να προειδοποιήσει τον κάτοχό της λάμπωντας με ένα μπλε φως. 

Το Στέμμα του Ντούριν

Το Στέμμα του Durin ήταν ένας αστερισμός Επτά Άστρων που αναφερόταν στις παραδόσεις των Νάνων. Σύμφωνα με το μύθο, o αστερισμός, παρά το ότι ήταν μέρα, εμφανίστηκε ως στέμμα πάνω από την αντανάκλαση του Durin στα νερά της Mirrormere. Ο ίδιος το εξέλαβε ως καλό οιωνό και έχτισε το Khazad-dûm στην κοιλάδα του Azanulbizar. Η Πέτρα του Durin τέθηκε εις μνήμην του τόπου και του συμβάντος.

Η μορφή του αστερισμού δεν είναι γνωστή. Είναι πιθανό τα επτά αστέρια στις Πόρτες του Ντούριν, γύρω από το στέμμα, να απεικονίζουν τον αστερισμό. Το Βαλακίρκα, το Δρεπάνι των Βάλαρ, που αντιπροσώπευε την Μεγάλη Άρκτο, είναι επίσης ένας αστερισμός επτά αστέρων. Δεδομένου επίσης ότι ήταν μέρα, είναι επίσης πιθανό ότι τα αστέρια που είδε ο Ντούριν, ήταν μόνο ένα όραμα, κι όχι ένας πραγματικός αστερισμός που είχε τεθεί στο Μένελ. Αιώνες αργότερα, το 3019 της Τρίτης Εποχής, ο Γκίμλι, ο Φρόντο και ο Σαμ κοίταξαν στη λίμνη, αλλά δεν είναι σαφές αν είδαν το στέμμα ή όχι.

H Σκοτεινή Πύλη και η Φρουρά της

Μετά το χτίσιμο της Gondolin, στο τέλος του Ξηρού Ποταμού, στο βόρειο τμήμα του Dimbar, η καμουφλαρισμένη είσοδος μιας σπηλιάς οδηγούσε μέσα στα Echoriath, τα Κυκλωτικά Βουνά. Αυτή η σπηλιά οδηγούσε με τη σειρά της σε μια σήραγγα που περνούσε μέσα από τα βουνά στο απόλυτο σκοτάδι: την μυστική Κρυφή Οδό


Στο τέλος της Κρυφής Οδού ήταν μια πύλη μέσα στο σκοτάδι, που ονομάστηκε, όπως ήταν φυσικό, Σκοτεινή Πύλη, η Πρώτη και η Εξωτερική Πύλη από τις Επτά Πύλες της Γκοντόλιν, που oδηγούσε μέσα στην χαράδρα του Όρφαλχ Έχορ, για να φτάσει στην μυθική πόλη της Γκοντόλιν. Η Πύλη είχε τη δική της φύλαξη, την Σκοτεινή Φρουρά, της οποίας ηγούταν, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, ο Ελεμμάκιλ, που φύλαγε το σκοτάδι της Οδού κάτω απ' τα βουνά, και μπορούσε να αντιμετωπίσει και να συλλάβει εισβολείς πριν καν φανούν. Τη στιγμή που κάποιος εισβολέας πιανόταν από τη Σκοτεινή Φρουρά, δεν του επιτρεπόταν να επιστρέψει πίσω απ' το δρόμο που είχε έρθει, και δια νόμου η Φρουρά έπρεπε να σκοτώσει εκείνους που πιάνονταν στη σκοτεινή Κρυφή Οδό.